ΓΕΦΥΡΩΝΟΝΤΑΣ
ΤΟΝ ΚΑΛΑΜΑ ΣΤΗ ΒΡΥΣΕΛΛΑ.
Ο Νικόλαος Κόρος 100 χρονών σήμερα, διηγείται
ότι η οδήγηση της περαταριάς ήταν εύκολη, γιατί κινούταν με το ρεύμα. Έμεναν σε
ένα σπίτι με δυο δωμάτια, το οποίο το ένα το χρησιμοποιούσαν ως κουζίνα και το
άλλο ως κρεβατοκάμαρα. Επειδή εργαζόταν στην ερημιά είχαν το δικαίωμα
οπλοφορίας (ένα τυφέκιο "μαρτίνι"). Αργότερα μετά το θάνατο του
Αλεξίου από φυματίωση, την περαταριά ανέλαβε πάλι Σαγιαδινός, ο αγωγιάτης
Βασίλης Τσάμης.
Το όνειρο των κατοίκων της περιοχής ήταν
να κατασκευαστεί μόνιμη γέφυρα πάνω στο ποτάμι. Μάλιστα τον Απρίλιο του 1931 η
εφημερίδα "ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ" ανακοίνωσε υπό τον τίτλο ΓΕΦΥΡΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΑ,
ότι "Το ταμείον Επαρχ. Οδοποιΐας
διέθεσεν εις τον προϋπολογισμόν του 1931-32 πίστωσιν 500.000δρ. δι' εκτέλεσιν
έργων μεμονωμένων συγκοινωνίας επί επαρχιακών οδών μεταξύ των οποίων
συμπεριλαμβάνεται και η κατασκευή γεφύρας επί του Καλαμά και παρά την Κοινότητα
Βρυσέλας". Ήθελαν να ενώσουν το Φιλιάτι με το δρόμο που
οδηγούσε από τα Γιάννενα στην Ηγουμενίτσα, αλλά ο γερουσιαστής Ιωαννίνων Πέτρος
Μπέμπης χαρακτήρισε την κατασκευή ως "... εντεχνικόν έργον δυσυπερβλήτων δυσχερειών και κολοσσιαίας δαπάνης,
είναι η απαιτηθησομένη γέφυρα εις το σημείον αυτό του Καλαμά..."
Στις αρχές Ιούλη του 1932 τα νερά του
ποταμού έπεσαν τόσο πολύ, ώστε η Γενική Διοίκηση εξουσιοδότησε τον Έπαρχο να
κατασκευάσει "ειδική διάβαση" ώστε να μπορούν να περνάνε τα ζώα.
Ο Σπύρος Μελετζής φωτογράφισε στα 1937
την περαταριά.
Στη δεξιά όχθη του ποταμού υπήρχε στρατιωτικό φυλάκιο το οποίο διακρίνεται σε
μια από τις φωτογραφίες.
To
Μάρτη του 1936 το καινούριο πορθμείο το οποίο είχε στοιχίσει 60.000 δραχμές
έπαψε να λειτουργεί για μια δαπάνη (ένα καρούλι) 200 δραχμών. Οι οδοιπόροι
έπρεπε να περάσουν από το ιδιωτικό πορθμείο που λειτουργούσε παράλληλα (ή
λειτούργησε για την περίσταση) και το οποίο φαίνεται ότι ήταν μια απλή βάρκα.
Ο Καλαμάς δημιουργούσε συνεχώς
προβλήματα και το Δεκέμβρη του 1937 σε μια κατεβασιά του έκοψε το
συρματόσχοινο, αναγκάζοντας τον Β. Τσάμη να κατασκευάσει αυτοσχέδιο μπαρκί
(βάρκα) για να μπορέσει να το ξαναφτιάξει.
Το Νοέμβρη του 1940 οι Ιταλοί, εγκατέστησαν μια πρόχειρη γέφυρα για να
περάσουν τα τμήματά τους απέναντι. Από
το ημερολόγιο του Φερναντο Καμπιόνε διαβάζουμε: "3 Νοεμβρίου
1940...Στην επιστροφή συναντούμε μεταγωγικά -τριακόσια και πλέον ζώα- και ένα
τμήμα ανδρών του μηχανικού με γεφυρόσκαλα. Την νύχτα θα την μεταφέρουν στα
χέρια ως τον ποταμό (τον Καλαμά), μολονότι είναι βαρυτάτη. 4 Νοεμβρίου.
Συρρέουν προς τον ποταμό (τον Καλαμά) πολυάριθμα φορτηγά αυτοκίνητα, γεμάτα
υλικό...Έρχεται επίτηδες από τα Τίρανα ο Στρατηγός -Διοικητής του Μηχανικού για
να επιστατήση στην ζεύξι του ποταμού με γεφυρόσκαφα, όταν θα συντελεσθή η
διάβασίς του..." "...Η
ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΓΕΦΥΡΑ... Άνδρες του πεζικού και του μηχανικού προσπαθούν να περάσουν
τον ποταμό, για να στερεώσουν στην απέναντι όχθη ένα καλώδιο και να σχηματίσουν
μια πρόχειρη γέφυρα. Ελπίζεται να το κατορθώσουν πριν βραδυάσει...Κατά τις 4 το
απόγευμα ένα τηλεφώνημα μας πληροφορεί ότι οι πεζοί, ύστερα από διάφορες
εναλλαγές του αγώνος και αφού υπέστησαν αισθητές απώλειες, τοποθέτησαν την
πρόχειρη γέφυρα και τώρα τα τμήματα περνούν τον ποταμό..." Οι Ιταλοί
προσπάθησαν να ζεύξουν τον Καλαμά και στην περιοχή της Σκουπίτσας σύμφωνα με το
Επιτελείο Στρατού.
Οι Ιταλοί την επισκεύασαν και κατά την
υποχώρησή τους και ενώ η αρχική σκέψη ήταν η ανατίναξη της γέφυρας τελικά την
αποσυναρμολόγησαν στις 19 Νοέμβρη του 1940. "...Στις 6 το πρωί το 32ο πεζικό μας βεβαιοί ότι όλα τα τμήματά του πέρασαν
το ποτάμι και ότι η γέφυρα που επρόκειτο να καταστραφή, ελύθη και μεταφέρθη
στην όχθη..."
Αργότερα όταν ξαναγύρισαν στην περιοχή,
μέσα σε 28 μέρες,
κατασκεύασαν μια ξύλινη γέφυρα
κι εγκατέστησαν κι αυτοί στρατιωτικό φυλάκιο για τη φύλαξή της.
Αργότερα κατά την οπισθοχώρησή τους ανατίναξαν τη γέφυρα αυτή.
Μετά την απελευθέρωση, οι Βρετανοί
εγκατέστησαν πάλι μια περαταριά στο ποτάμι.
Το καλοκαίρι του 1945 οι Ελληνικές αρχές
κατασκεύασαν μια ξύλινη γέφυρα στον ίδιο χώρο
κι εγκατέστησαν το Βασίλη Τσάμη ως φύλακα, με το βασικό έργο να προσέχει την
κατασκευή απομακρύνοντας τα κλαδιά και δέντρα που παρέσερνε ο Καλαμάς και θα
μπορούσαν να βλάψουν την κατασκευή. Ο Νομομηχανικός Θεσπρωτίας, για
οικονομικούς λόγους απέλυσε τον φύλακα κι έτσι το χειμώνα του 1946 «…σε μια μεγάλη κατεβασιά ήλθε ο Καλαμάς
ορμητικός όπως πάντοτε και παρέσυρεν το ‘απροστάτευτο’ γιοφύρι…»
Ξανάφτιαξαν μια περαταριά χωρητικότητας
δυο τόνων,
την οποία ανέλαβε πάλι ο Τσάμης. Το καλοκαίρι του 1946 δημοπρατήθηκε μια
τσιμεντένια γέφυρα στο Φοινικιώτικο
ποτάμι την οποία ανέλαβε ως εργολάβος κάποιος Τζοβάρας, ο οποίος καθυστέρησε ν’
αρχίσει τις εργασίες κι έτσι το Νοέμβρη ο ποταμός παρέσυρε δυο φορές τα βάθρα
της γέφυρας.
Στον ίδιο τον Καλαμά προτάθηκε ως λύση η κατασκευή μια λυόμενης σιδερένια
γέφυρας τύπου Μπέλεϋ, η οποία τοποθετήθηκε εκεί από την εταιρεία Γκορίτσα και
Σία
ύστερα από πολλές καθυστερήσεις στα τέλη του
1947
λόγω των γεγονότων του εμφυλίου και
παραμένει ακόμα στη θέση της ως σήμερα εντελώς παρατημένη από τον καιρό που
φτιάχτηκε η σύγχρονη τσιμεντογέφυρα (1995).
Στην αριστερή όχθη του ποταμού
λειτουργούσε στρατιωτικό φυλάκιο το οποίο έλεγχε τους επιβάτες ως το τέλος της
δικτατορίας το 1974. Έπρεπε ο διερχόμενος να ήταν εφοδιασμένος με ειδική άδεια
για να περάσει τη γέφυρα.